Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

ΤΑ ΧΡΑΜΙΑ ΤΗΣ ΠΙΕΡΙΑΣ

ΤΑ ΧΡΑΜΙΑ ΤΗΣ ΠΙΕΡΙΑΣ

Κλεοπάτρας Γ. Μαμέλη

1. Ο αργαλειός και το υφαντό αγαπήθηκαν από την Αρχαιότητα ως σήμερα από το λαό μας, γιατί η λαϊκή ευαισθησία βρήκε την έκφρασή της στα λογής-λογής υφαντά, πού η διακόσμησή τους, τα ζωηρά χρώματα και τα σχήματά τους χάριζαν μιά βαθειά αισθητική συγκίνηση και του διεμόρφωναν με τον καιρό και την πείρα την αισθητική κρίση, ενώ εξ άλλου ικανοποιούσαν μιά ψυχική ανάγκη του ίδιου του λαϊκού τεχνίτη μαζί με τη χαρά της δημιουργίας. Για την γυναίκα ιδιαίτερα τη δεξιότητά της και οι επιδόσεις της στο φάσιμο ήταν ένα αναμφισβήτητο δείγμα τής προκοπής της.
2. Αλλά η υφαντική κατείχε και μία σπουδαία θέση στην οικιακή οικονομία, γιατί η τεχνική της δενόταν με την οικογενειακή ζωή, εξυπηρετούσε τις πρακτικές ανάγκες του αγροτικού σπιτιού αλλά και ήταν μιά ωφέλιμη και μαζί τιμητική ενασχόληση τής γυναίκας. Γι’ αυτό ό αργαλειός θεωρήθηκε στη συνείδηση του λαού «τιμή μεγάλη και τρανή» και υμνήθηκαν «Τα χρυσά χέρια» τής υφάντρας.
3. Το φάσιμο δενόταν ακόμα και με τον συναισθηματικό και ηθικό κόσμο τής γυναίκας α) προ πάντων με τον έρωτα: «στη λύση δέση του πανιού τον αγαπώ τον θέλω - μόνο στη μέση του πανιού τον τραγουδώ - τον τραγουδώ και πάλι ξαναϋφαίνω», β) με την στοργή και την έγνοια τής μάνας, πού η καρδιά της πάλλεται «σαν το τρεμούλιασμα των μασουριών», όπως λέγει ένας λαϊκός ποιητής και γ) με την τιμή του σπιτιού, πού έχει «αργαλειό στο σπίτι» γιατί αυτή (η τιμή) αξίζει παραπάνω «από το σεντέφι και το χρυσάφι».
4. Έτσι το υφαντό με την καταξίωση και την ανάπτυξη πού πήρε στη διαδρομή των αιώνων, έγινε ένα σημαντικό στοιχείο του λαϊκού μας πολιτισμού, πού έδειξε και δείχνει τις δημιουργικές δυνάμεις του λαού, πού είναι εθνικές του δυνάμεις, την ευφυΐα του, την ψυχική του καλλιέργεια και την υψηλή αίσθηση και έκφραση του ωραίου.
Γι’ αυτό και τα υφαντά μας όπως όλα τα έργα τής ελληνικής λαϊκής τέχνης, πού ακολουθούν μιά μακρά παράδοση παρουσιάζουν μιά ενότητα, ένα σύνολο, πού διέπει γενικώτερα η ίδια τεχνοτροπία, αλλά προ παντός το ίδιο πνεύμα, παρά τις διαφορές, πού μπορεί να έχουν σε κάθε τόπο, γιατί διαμορφώθηκαν κάτω από διαφορετικές γεωγραφικές, ιστορικές, οικονομικές, κλιματολογικές και κοινωνικές συνθήκες.
5. Η Π ι ε ρ ί α, χώρα πανάρχαιη, ενώ δεν αποτελεί μιάν ιδιαίτερη γεωγραφική ενότητα μέσα στον βορειοελλαδικό χώρο κι έχει πολλά κοινά με τις άλλες μακεδονικές κυρίως περιοχές, όμως διατηρεί στα υφαντά της τα ιδιαίτερα —λίγα ίσως— τοπικά χαρακτηριστικά, το τοπικό ύφος, το style θα μου επιτραπεί να πω, την τεχνική, τα χρώματα τα διακοσμητικά θέματα, πού προτιμήθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν στην οικιακή οικονομία από τις ντόπιες ανυφάντρες. Κι ό λόγος τής συντηρητικής αυτής διαθέσεως, τής υφάντρας των Πιερίων οφείλεται στην πίστη προς την παράδοση του τόπου δηλαδή στην συμμόρφωση και εκτέλεση των παραδοσιακών θεμάτων με αποκλειστικά σχέδια, φάσιμο και διακόσμηση.
6. Τέτοια σχέδια απλά σύνθετα αποδίδονται από μνήμης, είναι ζωντανές εικόνες, πού αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον, όπου συντελούνταν η συνεχής μύηση του κοριτσιού σε ό,τι συνδεόταν με τον αργαλειό και το φάσιμο, και, όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, δεν δυσκολευόταν να μάθουν να υφαίνουν και να εκτελούν τα τοπικά σχέδια, όπως εύκολα μάθαιναν τα τραγούδια και τούς χορούς του τόπου των. Τα παραδοσιακά αυτά σχέδια ήταν για τις νέες γενιές μιά πολύτιμη κληρονομιά, ένα κοινό καλλιτεχνικό απόθεμα, όσο κι αν απέκλειε ριζικές αλλαγές, ωστόσο άφηνε ένα περιθώριο ελευθερίας για μιά προσωπική σύνθεση τής υφάντρας χωρίς ν’ απομακρύνεται από τα βασικά στοιχεία τής παραδόσεως.
7. Έτσι διαμορφώθηκαν και στην Πιερία οι π α ρ α λ λ α γ έ ς διαφορές μικρές ή μεγαλύτερες από χωριό σε χωριό και, όπως απεδείχθηκε από την έρευνά μου, ωρισμένα σχέδια χραμιών πήραν το όνομα τής υφάντρας, γιατί είχε το υφαντό μιά προσωπική καινούργια σύνθεση, μιά δημιουργική συμβολή δική της, και κατάντησε και παράδοση του τόπου της. Και λένε στον Κολινδρό π.χ. «θέλω να φτιάξω το χράμι τής Τασίτσας ή τής Μανιώς κλπ.» πού θα πή, ότι το καθένα απ’ αυτά πήρε το όνομα τής δημιουργού του.
8. Τα χράμια τής Πιερίας έχουν σαν χαρακτηριστικό γνώρισμα την απλότητα τής μορφής, πού συνθέτουν: η ρυθμική επανάληψη, η συμμετρική διάταξη σε παράλληλες λουρίδες, οι οποίες σχηματίζονται με το «γ ρ ά μ μ α» —όπως λένε στα Πιέρια— τής σαΐτας, τα λουριά, τις μάνες, τις ρίγες. Το σύνολο τής διατάξεως αυτής αποτελεί τις λ ο υ γ έ ς. Και λένε στον Κολινδρό, στην Καταστανιά, στην Παλιόστενη, χωριά γνωστά για την επίδοσή τους στην υφαντική: τα χράμια με τις λουγιές.
Σε άλλα χωριά: Τα Ρυάκια, τη Μηλιά, τη Ρητίνη παρατηρείται η ίδια διάταξη μα μέσα στις μάνες προσθέτουν ένα-δυό γεωμετρικά σχήματα, πού εναλλάσσονται ρυθμικά, δουλεμένα με κουβαράκια ή με βέργα. Τέτοια «χ ρ α μ ο ύ δ ι α» υφαίνουν για προικιάτικα, τα νεογέννητα και για τα πανηγύρια.
9. Αλλά κατά την έρευνά μου στο χώρο των Πιερίων μου έδειξαν κι άλλα «στρωσίδια» πάνω σε μαλλί υφαντά: τα φλοκιαστά, τα σκουλωτά, τα μασουρωτά, τα σανιδωτά, τα βεργωτά κι άλλα ολόμαλλα ή ανάμεικτα με βαμβάκι ή μετάξι. Εγώ όμως προτίμησα να στρέψω το ενδιαφέρον μου στα «χράμια με τις λουγιές», πού έχουν απλότητα στη διακόσμηση και στο φάσιμο σε ίδιον αργαλειό παραδοσιακό και πού ανήκουν στην πιο παλιά τεχνική παράδοση και την πιο γνήσια παραδοσιακή εκτέλεση του σχεδίου τους. Σίγουρα αυτά είναι γνήσια «Π ι ε ρ ι κ ά χ ρ ά μ ι α» χωρίς καμμιά ξένη επίδραση, πού τα βρήκαμε σε χωριά απομονωμένα επάνω στα βουνά μας, χωρίς οι κάτοικοί τους να συμβιώσουν με ξένα στοιχεία κι ακόμα και στους χρόνους τής Τουρκοκρατίας των 500 ετών, όπως είναι ό Κολινδρός, του οποίου η ιστορία και η ζωή του, οι αγώνες του, τα ήθη και τα έθιμά του και οι παραδόσεις του αποτελούν ένα σπουδαίο κεφάλαιο σ’ ολόκληρη την περιοχή των Πιερίων, στο χώρο όπου γεωγραφικά ανήκει, ένα δηλαδή σπουδαίο κέντρο λαϊκού πολιτισμού στη Βόρεια Ελλάδα.
10. Τα χράμια αυτά, πού θα δήτε στην προβολή των φωτεινών διαφανειών, τα λένε λ ο υ ω τ ά, γιατί κύριο χαρακτηριστικό τους είναι τα λουριά, τα ζωνάρια, οι αράδες, οι λουγιές, έχουν μάλιστα το φάδι και το στημόνι από νήμα βαμβακερό ή φάδι και στημόνι από μαλλί. Τα υφαντά αυτά υφαίνονται με την πιο απλή μορφή τής τεχνικής του φασίματος. Μπαίνει δηλαδή το πανί σε ίσιο ή «λ α κ ο υ β ω τ ό» αργαλειό με δυό πατήτρες, δυό μιτάρια και με μιά κλωστή σε κάθε θύρα του χτενιού, το πανί τότε το λένε «μονό». Αν περάσουν δυό κλωστές σε κάθε θύρα του χτενιού το λένε α π ο λ υ τ ό, ή διπλό ή ανταμωτό.
Στα χράμια, πού υφαίνονται πάνω σε «δ ί μ η τ ο» έμπαινε το διασίδι με 4 μιτάρια, 4 πατήτρες και 2 κλωστές στην κάθε θύρα. Το ύφασμα τότε είχεν όψη κι ανάποδη λοξές ρίγες. Στα «μ α ρ μ α ρ ο δ ί μ η τ α», άλλη μια παραλλαγή, φασίματος, πού σχηματίζει ρόμβους, η υφάντρα ακολουθεί άλλη τακτική στα πατήματα, κι άλλη στο διάσιμο, στο μίτωμα του στημονιού. Βλέπουμε πώς από τα σύνεργα του αργαλειού οι πατήτρες παίζουν το ρόλο τους για το άνοιγμα του στημονιού πάνω στις παραλλαγές των χραμιών.
11. Μετά την τεχνική του φασίματος των χραμιών, πού σε γενικές γραμμές έχουμε περιγράψει απαραίτητο συμπλήρωμα είναι και η έκθεση τής διαδικασίας, πού ακολουθείται για την επεξεργασία του υλικού, πού θα χρειασθή για το φάσιμό τους.
α) Γ ι ά τ ό φ ά δ ι - το μάλλινο φάδι.
Από τα μαλλιά του πρόβατου διαλέγονται τα μαλλιά τής ράχης τα μαλακά μαλλιά. Αυτά ζεματίζονται, ξεβγάζονται, στεγνώνονται και ξανοίγονται. Έπειτα λαναρίζονται, γίνονται τουλούπες, μπαίνουν στη ρόκα ή στο τσεκρίκι, γνέθονται και τέλος βάφονται. Οι βαφές παίρνονται από διάφορα φυτά: από τον κρόκο το κόκκινο χρώμα, από το ριζάρι το άλικο και το σκούρο κόκκινο, από τη φλούδα και τα φύλλα τής μελιάς, το κίτρινο και το μαύρο, από το κρεμέζι το βυσσινί, από τα φύλλα τής συκιάς, τής μουριάς, τής ροδιάς, τής καρυδιάς τις διάφορες αποχρώσεις του πρασίνου, πού μαζί με στύψη, νερό και σούκο από τα μαλλιά πετύχαιναν το χρωματισμό και το στερέωμα το χρώματος.
β) Γιά το στημόνι.
Το στημόνι αποτελούνταν από βαμβακερό νήμα. Έπρεπε όμως να μπή πρώτα στη μάζαρη ή μάρτζαλη για να γίνη το νήμα μεγαλυτέρας αντοχής. Η μάρτζαλη ήταν ένα μείγμα από κερί, ξυμένο σαπούνι, λίγο αλάτι, μιά κουτάλα αλεύρι-άχνη, πού όλα αυτά τ’ ανακάτωναν με μιά ποσότητα νερού και τα έβραζαν. Αφού με τη βράση το μείγμα έπαιρνεν ωρισμένη πυκνότητα, βουτούσαν το νήμα στη μάρτζαλη, σκέπαζαν την μπανιέρα και την άλλη μέρα περνούσαν τις θηλιές του νήματος σε μιά βέργα και τις άφηναν να στεγνώσουν στον ίσκιο. Μετά το στέγνωμά τους τις έβαζαν στην ανέμη να τις καλαμίσουν. Τα καλάμια, στα οποία μαζευόταν το νήμα, τα έβαζαν στις σούβλες κι ύστερα στη διάστρα. Τραβώντας την κλωστή απ’ τα καλάμια έκαμαν πρώτα τη σ τ α ύ ρ ω σ η, πού ήταν η βάση του πανιού κι έπειτα πήγαιναν κι ερχόταν στη διάστρα, ώσπου να τελειώση το διασίδι. Το έβγαζαν τότε απ’ τα καρφιά, το έπλεκαν πλεξούδα (το διασίδι) και μετά το τοποθετούσαν στον αργαλειό.
Τρεις γυναίκες βοηθούσαν να βάλουν το στημόνι στο α ν τ ί (ή τ υ λ ι γ ά δ ι). Η μιά το περνούσε και το κομπόδενε στο τυλιγάδι, η άλλη γύριζε το τυλιγάδι με το σφίχτρο και η τρίτη βαστούσε την πλεξούδα και τραβούσε γερά για να τεντώση. Αφού τελείωνε το τύλιγμα ακολουθούσε το μπούρλιασμα δηλαδή το πέρασμα του στημονιού από τα μιτάρια και το χτένι. Η ενέργεια αυτή λεγόταν «μ ί τ ω μ α». Έπειτα μασούριζαν το φάδι και μάζευαν τα μασούρια στο πανέρι κι όλα πια τώρα ήταν έτοιμα για ν’ αρχίση η δουλειά στον αργαλειό δηλαδή το φάσιμο.
Η υφάντρα έπαιρνε τη θέση της στον αργαλειό, έκαμνε το σταυρό της κι άρχιζε να υφαίνη —λίγες πιθαμές— για να στρώση το φάσιμο. Οι παραστεκάμενες τής εύχονταν «καλή ευκολία», «ν’ ανοίγη το πανί, όπως ανοίγει η μέρα η καλή» κλπ. Από δω και πέρα η υφάντρα έχει ν’ αντιμετωπίση την διακόσμηση και το σχέδιο του υφαντού της.
12. Στις διαφάνειες, πού θα προβληθούν θα δήτε τα σχέδια, τον χρωματικό ρυθμό, την εξέλιξη τής απλής μορφής σε συνθετώτερη και τον εμπλουτισμό των χραμιών με πολλά χρώματα και ξόμπλια. Τα χρώματα στα χράμια είναι αρμονικά συνδυασμένα. Τρία όμως χρώματα ξεχωρίζουν στη λαϊκή προτίμηση: το μ α ύ ρ ο, το ά σ π ρ ο και το κ ό κ κ ι ν ο. Τα χρώματα αυτά σ’ άλλα χράμια μπαίνουν σαν μάνες, σ’ άλλα σαν λουριά και σ’ άλλα το τρίτο χρώμα σαν περίγραμμα στις ζώνες, στα λουριά, στις μάνες. Άλλα χράμια με πιο σύνθετα σχέδια έχουν πέντε χρώματα με διαφορετική διάταξη, πού η υφάντρα σ’ αυτά μεταχειρίζεται σαΐτα για τις μάνες τα λουριά, κουβαράκια η βέργα για τα ξόμπλια.
Στα μάλλινα υφαντά χράμια, πού ό χρωματικός ρυθμός είναι το χαρακτηριστικό τους γνώρισμα, τα χρώματα ακολουθούν την οριζόντια διάταξη, πού δείχνει όχι μονάχα την προτίμηση, την οποία έχει ό λαός του τόπου, αλλά κυρίως την επίδραση πού ασκούσε ό χρωματικός ρυθμός πάνω στη λαϊκή έκφραση, πού κλείνουν μέσα τους τα χράμια.
13. Τέλος τα θέματα τής διακοσμητικής μορφής των υφαντών των Πιερίων διακρίνονται σε γεωμετρικά και παραστατικά. Τα θέματα αυτά οι ερευνητές τής Λαϊκής Τέχνης λαογράφοι και εθνολόγοι παραδέχονται ότι κρύβουν μιά σημασία κι ένα συμβολισμό, όπως όλα τα έργα της έτσι και τα υφαντά και ότι ακολουθούν ωρισμένους νόμους, «τούς νόμους τής μορφής», και διαπιστώνουν, ότι και στις παραλλαγές φαίνεται η επίδραση των νόμων αυτών και στα πιο συνήθη και απλά μοτίβα ως τις τελειότερες (συνθετώτερες) μορφές τους, πού αιώνες εξακολουθούν να τηρούνται και να επαναλαμβάνωνται διατηρώντας τον ίδιο συμβολισμό τους με την αποκρυπτογραφημένη σημασία τους, είτε γεωμετρικά σχήματα είναι (τρίγωνα, τετράγωνα, ρόμβοι, κύκλοι κλπ.) είτε παραστατικά σχηματοποιημένα (πουλιά, δέντρα, ήλιοι, φύλλα, ζώα κλπ.).
Έτσι ό λαός, πού είναι ό δημιουργός της Τέχνης του με το χέρι του τεχνίτη επιβάλλει τη γεωμετρική μορφή, ή δημιουργεί μιά άλλη παραστατική με τη φαντασία του, πλάθει τα σχήματα, Τα ονομάζει και συνθέτει τα εικονιστικά αυτά θέματα με λαϊκές ονομασίες.
14. Η υφάντρα επομένως των Πιερίων κληρονόμος μιας μακράς παραδόσεως, έμεινε πιστή σ’ αυτήν, ακολουθώντας από συνήθεια τούς νόμους της μορφής, πού απεκάλυψε η επιστημονική έρευνα. Χρησιμοποίησε τα χρώματα του τόπου της, έδωσε στο υφαντό της το καθιερωμένο σχέδιο και σεβάσθηκε με αυστηρή προσήλωση το διακοσμητικό σχήμα κι αν έφτανε σε μιά διασκευή ήταν ασήμαντη, γιατί ζούσε την παράδοση, ένοιωθε ζωντανή την επίδρασή της γι’ αυτό τα χράμια μ’ όλα τα στοιχεία τής παραδόσεως είναι τα πιο παλιά και συνθέτουν το τ υ π ι κ ό τής λαϊκής τέχνης των χωριών τής περιοχής των Πιερίων.
Πηγή: Η εισήγηση της κυρίας Κλεοπάτρας Γ. Μαμέλη στο Γ’ Συμπόσιο Λαογραφίας Βορειοελλαδικού Χώρου που έγινε στην Αλεξανδρούπολη, 14-18 Οκτωβρίου 1976, και κυκλοφορούν από τις εκδόσεις του ΙΜΧΑ (Θεσσαλονίκη 1979).