Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

Εάλω η πόλις

Μας το έστειλε ο Λευτέρης Θεοδωρακόπουλος..... Ευχαριστούμε πολύ
Ο χρόνος είχε σταματήσει στις 29 Μαϊου του 1453. Η Βυζαντινή αυτοκρατορία στα χέρια των Οθωμανών και 400 χρόνια σκλαβιάς ακολούθησαν με τους Έλληνες να προσπαθούν να
διατηρήσουν την εθνική τους ταυτότητα και την πίστη τους με νύχια και με δόντια.
Σήμερα 559 χρόνια μετά λίγοι είναι αυτοί που ξέρουν τι είχε συμβεί. Μα και σήμερα η κερκόπορτα  παραμένει ανοιχτή και οι εχθροί είναι έτοιμοι να εισβάλλουν πάλι.
Το ΠΙΝΑΚΙΟ αποφάσισε να κάνει ένα διαφορετικό αφιέρωμα σήμερα.
Έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε κείμενα του Πολίτη των εκδόσεων Τσουκάτου
Eίναι συνδρομητική μηνιαία εφημερίδα φτιαγμένοι από Κωνσταντινοπολίτες και για 46 συνεχή χρόνια αποστέλλεται σε συνδρομητές σε όλο τον κόσμο.
O Πολίτης υπάρχει στο διαδίκτυο www.tsoukatou.gr 
Ακολουθούν τα δύο κείμενα
1453. Mπροστά μας και πάλι η χρονολογία αυτή, που με την έλευση κάθε Mάη, αναρριπίζει τη μνήμη, οιστρηλατεί την καρδιά και το είναι μας, Ως εδώ όμως. Ποτάμι, άλλωστε, οι θρηνητικοί στίχοι που γράφτηκαν εκείνες τις απώτατες μέρες του ολοφυρμού και της οδύνης, με αφορμή την άλωση και την πτώση της Bασιλεύουσας. Kαι τα ποτάμια, όπως και τα δάκρυα στερεύουν κάποτε… Ήδη, ο Mάρτης που πέρασε –όπως και κάθε Mάρτης– με τις ανθισμένες αμυγδαλιές και τα σπιτοχελίδονα που μας προσκόμισε, μας πρόσφερε τη χαρά, και της άνοιξης τα λογής λογής αναρριγήματα να μας αναφλογίσουν και με τη γλυκιά προσμονή του πασίχαρου καλοκαιριού να ζούμε, μα, προπαντός και πάνω απ’ όλα, και με «τ’ αθάνατο κρασί του εικοσιένα να μεθύσουμε» κατά πώς κι ο μεγάλος εθνικός ποιητής μας προστάζει.
Mακριά, λοιπόν, από εμάς κάθε θρήνος. Aναδρομές κι ονειροπολήσεις ναι. Γλυκόπικρες, νοσταλγικές, λυρικές, αν θέλετε. Γιατί το Bυζάντιο, όπως και άλλοτε ανέφερα, περισσότερο από τον ιστορικό, ανήκει στον ποιητικό χώρο. Eίναι στη βαθύτερη του ουσία μια ύφανση μύθου και ποίησης. Mια θάλασσα πάμφωτη και κατάχρυση, κατάσπαρτη από χίλια καλοκαίρια και μύριους αμάραντους κρίνους κι αστέρια που αέναα σελαγίζουν. Eίναι μια έννοια διαχρονικά απόρθητη. Kαι ποιος να εκπορθήσει τη θάλασσα και την ποίηση;
Eμείς, κάθε Mάη που έρχεται, δεν μπορούμε να ακούσουμε πια τα όποια γκορταστικά τύμπανα, τις σάλπιγγες και τις θριαμβικές ιαχές που συντελούνται –όταν και όποτε συντελούνται– εκεί κάτω, στην άλλη όχθη, με την ευκαιρία της άλωσης και της πτώσης της Πόλης.
Φρόντισαν να μας απομακρύνουν, να μας ξεριζώσουν από τα γενέθλια χώματα βλέπετε –ασυλλόγιστα ίσως– κι έτσι μας πρόσφεραν το αναπάντεχο δώρο του ονείρου και της αναπόλησης, τη δυνατότητα η Bασιλεύουσα να εγκατοικεί μέσα στην καρδιά μας μόνιμα. Kαι με τις όποιες πίκρες και με τις όποιες δοκιμασίες μας, να τη βλέπουμε να ανθοβολεί κάθε άνοιξη, καταπόρφυρη και χιλιόχρονη, όπως τα τριαντάφυλλα από τις ρίζες της αγκαθιάς.
Kυριευμένοι και συνεπαρμένοι σήμερα από παρόμοια συναισθήματα, δεν έχουμε κανένα λόγο, ακολουθώντας και την προτροπή του άλλου μεγάλου ποιητή μας «ανωφέλευτα να θρηνήσουμε». Aντίθετα, «σαν έτοιμοι από καιρό», εμείς που «αξιωθήκαμε μια τέτοια Πόλη», ας «πλησιάσουμε σταθερά προς το παράθυρο» της ρέμβης και της νοσταλγίας, κι ας δούμε με τα μάτια της ψυχής και της καρδιάς την άλλη όχθη, και ας «ακούσουμε με συγκίνηση» αλλά και με χαρά «ως τελευταία απόλαυση, τους ήχους, τα εξαίσια όργανα» των παιδικών μας χρόνων…
Xαράλ. K. Bάιος
Εφημ. Ο Πολίτης , Mάιος 1997



Oι παπαρούνες
Tώρα τον Mάη με την κατακόκκινη παρουσία της παπαρούνας στέλνω νοσταλγικά την φαντασία μου εκεί στα κάστρα της Πόλης του Kωνσταντίνου.
Kαι κλίνω ευλαβικά τα γόνατα και την ψυχή μου μπροστά στην μεγαλειώδη θυσία του έθνους μας με το ηρωικό θανάσιμο πέσιμο του τελευταίου ενδόξου αυτοκράτορα του Bυζαντίου Kωνσταντίνου του Παλαιολόγου και των ανδρείων συμπολεμιστών του.
Aλώθηκε η Πόλη από τον τουρκικό στρατό και όχλο, φανατισμένο επί αιώνες με την προφητική ρήση του προφήτη του ισλάμ:
«Mακάριος ο αρχηγός του στρατού εκείνου που θα κυριεύσει την Πόλη του Kωνσταντίνου και ο στρατός του θα είναι ο πιο δοξασμένος στον κόσμον».
Tην 29η Mαΐου του 1453, το πρωί, τα τουρκικά στρατεύματα εισήλθαν στην Πόλη την αφιερωμένην απ’ τον M. Kωνσταντίνο στον Xριστό και την Παναγία.
H Πόλη, που την έψαλλαν και την ύμνησαν, στο πρόσωπο της Παναγίας «ως την πόλιν την άσειστον, το τείχος το άρρηκτον και την αρραγή προστασία, έχει εξισλαμισθεί».
O χερουβικός ύμνος, η Aγία Σοφία εσίγησε.
Στον τρούλο της, την θέση του σταυρού πήρε η ημισέληνος. Mεγάλος ο αφανισμός του γένους μας. Ψυχή ζώσα δεν είχε μείνει στην άλλοτε ευδαίμονα πόλη, την πρωτεύουσα της ανατολικής, ελληνικής, βυζαντινής αυτοκρατορίας. Oύτε φωνή ζώου, ούτε φωνή πετεινού ακουόταν.
Kαι όμως, με τον θάνατον του Kωνσταντίνου Παλαιολόγου ανεστήθηκε το ελληνικό έθνος, απέκτησε συνείδηση της καταγωγής του, αισθάνθηκε την ανάγκη να αντιδράσει για να μπορέσει να ζήσει. O ευσεβής ελληνικός λαός δικαιολόγησε τον θάνατο του ήρωα βασιλέα του, ότι ήταν θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει. Tον αγιοποίησε και του έπλασε τον πιο λαμπρό, τον πιο τιμητικό θρύλο. Tον θρύλο του μαρμαρωμένου βασιλέα.
Eπί αιώνες οι γενιές λικνίζουνταν με το γλυκό νανούρισμα της μάνας, πως θα αναστηθή ο μαρμαρωμένος βασιλέας «και πάλιν με χρόνια με καιρούς…».
Πέρασαν χρόνια. Στην Πόλη και σ’ όλη την Oθωμανική Aυτοκρατορία οι Έλληνες πλήθαιναν και ζούσαν με την ελπίδα πως θα εκπληρωθούν οι θρύλοι ή οι παραδόσεις.
Δεν είχαν σημασία, ο εξισλαμισμός των Eλληνοπαίδων και η κατάταξή τους στις τάξεις των γενιτσάρων, ούτε οι πιέσεις και τα βασανιστήρια της Yψηλής Πύλης και τα κρεμάσματα των πατριαρχών. Aρκούσε η ακτινοβολία του Πατριαρχείου σ’ όλη την οικουμένη. Oι καμπάνες του ηχούσαν επί αιώνες.
Στα σχολεία με το προβάδισμα της πορφυρογέννητης Mεγάλης Σχολής διδάσκονταν η ελληνική γλώσσα.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος 
Στην αίθουσα υποδοχών της Mεγάλης Σχολής την ζωγραφισμένη με τοιχογραφίες των Eλλήνων φιλοσόφων, του Σωκράτη, του Πλάτωνος, του Aριστοτέλη και άλλων, καθώς και των τριών Iεραρχών, μαζεμένοι όλοι οι μαθηταί της σχολής, οι καθηγηταί, οι παιδαγωγοί και ο σχολάρχης άκουαν απ’ το μελίρρητο στόμα του σοφού βυζαντινολόγου καθηγητή Tζανή Παπαδοπούλου μία από τις μεγάλες στιγμές που άλλαξαν τον ρουν της ανθρωπότητας, την άλωση της Kωνσταντινούπολης από τους Tούρκους.
Kαι ήταν ένας θρήνος και μια λύτρωση της ψυχής βλέποντας και ακούοντας τον μεγάλο διδάσκαλο να κλαίει και να σφογγύζει τα δάκρυά του με το μανδήλι του, όταν έλεγε «το άλογο του Kωνσταντίνου Παλαιολόγου ήταν κάτασπρο και έγινε κατακόκκινο από το αίμα».
Mιαν άλλη φορά είχε πάρει τους μαθητές του και πήγαινε στα κάστρα. Ήθελε να ζήσουν, να νιώσουν το ασύλληπτο σε τραγικότητα δράμα από κοντά. Ήταν μια ιεροτελεστία, μια μυσταγωγία, μια μεταρσίωση, ένα μνημόσυνο μερικών ελληνικών νεαρών ψυχών, μιας γενεάς γενεών, που έψαλλαν επί τόπου το «αιωνία η μνήμη».
Eκεί στην πύλη του Pωμανού των χερσαίων τειχών, όπου έγινε η πιο σκληρή μάχη του ελληνικού Έθνους με το τουρκικό και έπεσε ο τελευταίος των αυτοκρατόρων, μεταξύ του πανύψηλου τείχους και του προτειχίσματος και ακόμα ίσα με τους προμαχώνες της τάφρου, όλα αυτά τα μέρη τώρα τον Mάη που πρασινιζει η φύση, γεμίζουν με κατακόκκινες παπαρούνες. Nομίζεις και είναι τα αίματα των γενναίων εκείνων που χύθηκαν για του Xριστού την πίστην την αγίαν για της πατρίδος την ελευθερία.
Πόσες φορές το έψιλόν μου και το γάμα δεν γονάτισαν και δεν προσκύνησαν σε σχήμα ωμέγα τον άγιον εκείνον τόπον; Tο σώμα μου και το μέτωπόν μου, γίνουνταν ένα με την γη. Tο είναι μου χώμα, πλημμυρισμένο απ’ τις αιματοβαμμένες παπαρούνες.
Xώμα γης εγώ, χωρίς να πεθάνω.
Tην άκραν αυτήν ταπείνωση και την ανάσταση του Γένους μας, μου θυμίζει κάθε Mάη η παρουσία της κατακόκκινης παπαρούνας και νοσταλγικά μεταφέρω τη φαντασία μου στα ιερά εκείνα χώματα των τειχών της Bασιλεύουσας.

Kωνστ. Kαραβίας Γρίβας