Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

O ΓΡΙΦΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ FYROM ΚΑΙ ΤΟ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ‘‘ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ’’ - Γράφει ο Χρήστος Γκουγκουρέλας

 Το ‘‘Μακεδονικό’’, επί της ουσίας η διεθνώς επίσημη ονομασία του κράτους της FYROM, είναι διαχρονικά ‘‘εθνικό ζήτημα’’ και πάγιο
αντικείμενο σχεδιασμού και δράσης της ελληνικής Εξωτερικής Πολιτικής. Επί του θέματος έχουν αναλωθεί βεβαίως ατελείωτες ώρες εκατέρωθεν διπλωματικών επαφών και ελιγμών και έχει γραφτεί ένας υπερμεγέθης όγκος δημοσιευμάτων και μελετών, ωστόσο οι αξονικές σταθερές του, πορισματικά και ξεκάθαρα, υπήρξαν δύο:
1) Κατά πόσο η διεθνώς επίσημη ονομασία του γειτονικού κράτους θα ήταν αποδεκτό από την Ελλάδα να συμπεριλαμβάνει ατόφια τον όρο ‘‘Μακεδονία’’ ή, εναλλακτικώς, η ονομασία αυτή να σχηματοποιηθεί δια ενός επιθετικού προσδιορισμού συνδεδεμένου με τη γεωγραφική διάσταση και
2) Σε περίπτωση που τελικά γινόταν πραγματικότητα, με τη συναίνεση  και της Ελλάδας, η άμεση ή έμμεση συμπερίληψη του όρου ‘‘Μακεδονία’’ ή λεκτικών παραγώγων του στην επίσημη ονομασία του γειτονικού κράτους, κατά πόσο η πολιτική αυτή εξέλιξη και κατοχύρωση θα αποτελούσε όχημα άσκησης επιθετικογενούς, εις βάρος της δικής μας χώρας, εξωτερικής πολιτικής από το όμορο κράτος και παράλληλα αφετηρία καλλιέργειας και εκδήλωσης αλυτρωτικών τάσεων που θα απειλούσαν ακόμα και την ακεραιότητα (integrity) των εδαφών της Ελλάδας.
Το ζήτημα βεβαίως δεν είναι ούτε απλό, ούτε μονοδιάστατο. Η FYROM προβαίνει στη χρήση της λέξης ‘‘Μακεδονία’’ στην ονομασία της ήδη από 1946 (σχετικές και οι αναφορές του Σκοπιανού Συνταγματολόγου Cvetan Cvetkofski), και ως αυθυπόστατη κρατική οντότητα έχει το συνταγματικό δικαίωμα, σύμφωνα και με το Διεθνές Δίκαιο, να αυτοπροσδιορίζεται (και) ονοματολογικά. Από την άλλη, το γεωγραφικό πλαίσιο της Μακεδονίας, όπως αυτό συνταυτίζεται με τα χωρικά όρια του αρχαιοελληνικού Βασιλείου της Μακεδονίας, είναι δεδομένα ευρύ: περιλαμβάνει τη σημερινή ελληνική Μακεδονία, το κράτος των Σκοπίων, την επαρχία Πιρίν της Βουλγαρίας, και ελάχιστα κομμάτια από τη σημερινή Σερβία, το Κόσοβο και την Αλβανία.
Πυλώνες δε της χρονικά μακρόσυρτης ιστορικής διαδρομής του θέματος είναι: Α) Η Ενδιάμεση Συμφωνία (Interim Agreement) του 1995 ανάμεσα στη χώρα μας και τα Σκόπια. Η εν λόγω Συμφωνία αποτέλεσε απότοκο κοπιωδών και εις βάθος διαπραγματεύσεων και δια αυτής παρήχθησαν οι διατάξεις του Συντάγματος των Σκοπίων βάσει των οποίων το κράτος αυτό απεκδύεται των επεκτατικών του βλέψεων και Β) Η αλλαγή διπλωματικής γραμμής από την πλευρά της Ελλάδας το 2007, σύμφωνα με την οποία η χώρα μας αποδέχεται γεωγραφικό προσδιορισμό στο όνομα με  ισχύ erga omnes.
Λύνει όμως πάγια και διαχρονικά ο γεωγραφικός ή όποιος άλλος επεξηγηματικός προσδιορισμός στο όνομα του γειτονικού κράτους και το συνεπαγωγικό μα και άκρως καθοριστικό ζήτημα της συνεχούς καλλιέργειας του εθνικού μεγαλοϊδεατισμού των Σκοπίων που καταλήγει σε τάσεις και ‘‘σχέδια’’ εδαφικού επεκτατισμού;
‘‘Κλειδί’’ σε τέτοιου είδους γεωπολιτικής και στρατηγικής σημασίας αναζητήσεις, φρονώ ότι είναι το ίδιο το Σύνταγμα της γειτονικής χώρας, που αυτοαποκαλείται σ’ αυτό ως ‘‘Δημοκρατία της Μακεδονίας’’. Η μελέτη του Συντάγματος των Σκοπίων αναδύει δύο πλαίσια διατάξεων, τα οποία πρέπει να εντοπιστούν αλλά και τύχουν προσεκτικής επεξεργασίας από την πλευρά της Ελλάδας:
ΠΛΑΙΣΙΟ 1 – Οι διατάξεις που αποκλείουν τον αλυτρωτισμό
Στο άρθρο 3 του Συντάγματος της FYROM θεσπίζεται ότι τα σύνορα της ‘‘Δημοκρατίας της Μακεδονίας’’ είναι αδιαίρετα και απαράλλακτα (αναπαλλοτρίωτα). Μάλιστα τα υπάρχοντα σύνορα θεωρούνται απαραβίαστα και δηλώνεται πανηγυρικώς ότι η ‘‘Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ δεν έχει επεκτατικές προδιαθέσεις έναντι των γειτονικών κρατών.
Η διατύπωση αυτή (φαίνεται να) ενισχύεται από το άρθρο 6 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας (Interim Accord) του 1995 ανάμεσα στα δύο κράτη σύμφωνα με το οποίο ‘‘τίποτε δεν θα ερμηνεύεται στο Σύνταγμα των Σκοπίων κατά τρόπο που να συνιστά πραγματική ιδεολογική ή πολιτική βάση για την προβολή εδαφικής διεκδίκησης πέραν των υπαρχόντων συνόρων ή για την ανάμιξη στα εσωτερικά ζητήματα άλλου κράτους’’.
Επιπλέον, στο πνεύμα αυτό χαρακτηριστική είναι η διατύπωση του άρθρου 49 του Συντάγματος της ΠΓΔΜ κατά την οποία το ενδιαφέρον και η μέριμνα του κράτους για τους ομοεθνείς που ζουν σε άλλα κράτη εκφράζεται ως συνταγματικά επιβεβλημένο, υπό τον όρο όμως κατά την άσκηση και εκδήλωση του να μην εμπλέκεται η ‘‘Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ με τις εσωτερικές υποθέσεις του τρίτου κράτους.
Συνεπώς, υπάρχει ένα πλέγμα ρητών συνταγματικών διατάξεων (αρ. 3§1, 49) και μια κατά τα συνταγματικά πρότυπα νομίμως επικυρωμένη διεθνής συμφωνία, η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, που συνηγορούν στη διαμόρφωση του (αρχικού) συμπεράσματος ότι η όμορη Χώρα, ανεξαρτήτως μάλιστα από την ονομασία της, δεν έχει ούτε πρόκειται μελλοντικά να αποκτήσει επεκτατικές διαθέσεις και αλυτρωτικές τάσεις έναντι της Ελλάδας βασικά, αλλά και, θεωρητικά, έναντι οποιασδήποτε άλλης χώρας. Όλα τα παραπάνω μοιάζουν να είναι το απόσταγμα και το καταληκτικό αποτέλεσμα της διηνεκούς ελληνικής διπλωματικής γραμμής και σε ένα επίπεδο, θεωρητικής τουλάχιστον προσέγγισης, να κατοχυρώνουν τη βάση και ουσία των αιτημάτων της ελληνικής πλευράς απαλείφοντας και τις τυχόν ανησυχίες και προβληματισμούς, που εκκινούν από το ζήτημα της ονομασίας, και ειδικότερα από την παντοειδή χρήση του όρου ‘‘Μακεδονία’’.
ΠΛΑΙΣΙΟ 2 – Οι διατάξεις στις οποίες υπολανθάνει ‘‘εθνικός αλυτρωτισμός’’
Ωστόσο, μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα των Σκοπίων δίνονται όχι μόνο ενδείξεις ή αφορμές για ‘‘άλλη ανάγνωση’’ και άλλου είδους συμπεράσματα, αλλά υπάρχουν απαρασάλευτες και φωνασκούσες κάποιες διατάξεις που εγείρουν εύλογα ερωτηματικά, χρήζοντα διερεύνησης.
Καταρχήν, στο ίδιο το άρθρο 3 του Συντάγματος, σ’ αυτό δηλαδή που η ΠΓΔΜ απεκδύεται οποιοδήποτε αφήγημα αλυτρωτικού οράματος, καταγράφεται στη δεύτερη παράγραφο ότι τα σύνορα του κράτους είναι δυνατόν να αλλάξουν σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές της ‘‘Δημοκρατίας της Μακεδονίας’’ και τις διεθνείς νόρμες και υπό την αρχή της ελεύθερης θέλησης (free will).
Αυτήν την ενδεχόμενη και μελλοντικά αιρέσιμη (μη αποκλειόμενη όμως) αλλαγή των συνόρων έρχεται να την υποστηρίξει, ως ιδεολογικό υπόβαθρο, το Προοίμιο του Συντάγματος, στο οποίο θεμελιώνεται η εθνοκρατική αντίληψη των Σκοπίων. Πυλώνες αυτής καθ’ αυτής της ύπαρξης του έθνους του γειτονικού κράτους είναι η Δημοκρατία του Κρουσόβου (Krushevo Republic) που προέκυψε για 10 μόλις μέρες το 1903 μετά την λεγόμενη επανάσταση του Ίλιντεν κατά της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η ‘‘Αντιφασιστική Συνέλευση για την Απελευθέρωση του λαού της Μακεδονίας’’ (Antifascist Peoples Liberation Assembly of Macedonia - ASNOM), που έλαβε χώρα το 1944, και το δημοψήφισμα της 8ης Σεπτεμβρίου του 1991 σχετικά με την ανεξαρτητοποίηση και αυθυπαρξία της ΠΓΔΜ ως ‘‘Μακεδονίας’’ πλέον. Στο δημοψήφισμα αυτό ψήφισαν το 76% του πληθυσμού της γειτονικής χώρας και με πλειοψηφία 95% αποφασίστηκε αυτή να συνιστά νεότευκτο κράτος με την ονομασία ‘‘Μακεδονία’’.    
Στο Μανιφέστο όμως της ASNOM στο οποίο περιγράφεται η επιθυμητή κατάσταση του Μακεδονικού κράτους μετά τον Εθνικοαπελευθερωτικό Πόλεμο κατά των Ναζί υπό τη σκέπη της παλαιάς και τότε υφιστάμενης Γιουγκοσλαβίας, εκφραζόταν μεν η αδελφότητα και ενότητα με τους υπόλοιπους λαούς της τότε Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας, αλλά παράλληλα καταγραφόταν και η ευχή και ελπίδα για την ενοποίηση όλου του ‘‘Μακεδονικού Λαού’’ ("unification of the whole Macedonian people’’) με την εγκαθίδρυση ενιαίου Μακεδονικού Κράτους σε όλη τη γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας. Κομμάτι όμως της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας (νοούμενης ως αρχαίου Βασιλείου) είναι ασφαλώς και η δική μας Μακεδονία, εκεί όπου ζούμε εμείς και έζησαν οι πρόγονοι μας ανά τους αιώνες ...
Επίσης, το άρθρο 68 του Συντάγματος που περιγράφει τις καθ’ ύλη αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου αναφέρει ότι αυτό λαμβάνει αποφάσεις περί της αλλαγής των συνόρων της χώρας. Μάλιστα παράλληλα με τη ρητή αυτή διατύπωση πρέπει να ληφθεί υπόψη και η διάταξη του αρ. 8 του Συντάγματος, κατά την οποία ότι δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα ή το Νόμο, εξ’ αντιδιαστολής, είναι επιτρεπτό. Επομένως, από τη συστηματική ερμηνεία των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι μια μελλοντική μετατόπιση των γεωγραφικών ορίων της χώρας δεν αποκλείεται κατηγορηματικά από το Σύνταγμα των Σκοπίων.
Αντιθέτως, το άρθρο 74 του Συντάγματος καθίσταται ακόμη πιο αναλυτικό και ξεκάθαρο. Προβλέπει ότι το Κοινοβούλιο αποφασίζει με πλειοψηφία των 2/3 του συνόλου των μελών του (ήτοι με τουλάχιστον 80 βουλευτές από τους συνολικά 120) για την αλλαγή των συνόρων της χώρας. Η απόφαση δε για τον επανακαθορισμό των συνόρων υιοθετείται μετά από δημοψήφισμα, εφόσον βέβαια ψηφίσει θετικώς η απλή πλειοψηφία του συνόλου των ψηφοφόρων της ΠΓΔΜ.
Για τη διενέργεια των δημοψηφισμάτων ορίζει το πρότερο άρθρο, δηλ. το άρθρο 73. Επί των θεμάτων της αρμοδιότητας του (όπως ένα τέτοιο είναι και η αλλαγή των συνόρων) το Κοινοβούλιο αποφασίζει για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με την απλή πλειοψηφία του συνολικού αριθμού των μελών του ή αν 150.000 πολίτες εκφράσουν σχετική και συγκεκριμένη πρόταση. Αν στο δημοψήφισμα ψηφίσουν οι μισοί τουλάχιστον ψηφοφόροι, τότε το αποτέλεσμα του είναι δεσμευτικό για την πολιτική εξουσία των Σκοπίων, προφανώς επειδή εκφράζει την ‘‘άμεση και δημοκρατική θέληση του λαού’’.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η συγκριτική επισκόπηση των άνω διατάξεων αποδεικνύει ξεκάθαρα ότι υφίστανται στο Σύνταγμα της διπλανής χώρας δύο φάσματα κανονιστικών ρυθμίσεων ανώτατης τυπικής ισχύος, ως προς το νομικό κύρος και την εμβέλεια τους, που νοηματικά αλληλοσυγκρούονται. Από τη μια, είτε ως προϊόν… ισχυρών διπλωματικών πιέσεων είτε ως… τακτικισμός ελιγμού, υπάρχει στο Σύνταγμα μια δέσμη διατάξεων με την οποία τα Σκόπια αποκηρύσσουν στο πιο επίσημο και σημαίνον εθνικό τους κείμενο τον μεγαλοιδεατικό – ιδεοληπτικό επεκτατισμό, αλλά από την άλλη στο ίδιο Σύνταγμα διακηρύσσεται ανοιχτά και απερίφραστα το ενδεχόμενο συνοριακής επέκτασης και τυποποιείται μάλιστα και η διαδικαστική φόρμουλα μιας πιθανής ‘‘αλλαγής των συνόρων’’.
Το μέγα ερώτημα, λοιπόν, είναι τι τελικά ισχύει και ειδικά αν η Ελλάδα μπορεί να επαφίεται όχι μόνο ασφαλώς στις διαβεβαιώσεις, στα λόγια που φανερώνουν καλές προθέσεις, στα μέτρα οικοδόμησης κοινής εμπιστοσύνης, αλλά και στη στέρεα κατοχύρωση των αξιώσεων της επί του θεμελιώδους νομοθετικού στρατηγήματος της γειτονικής χώρας, που δεν είναι άλλο από το ίδιο το Σύνταγμα της.
Δεν αρκεί, επί παραδείγματι, ότι σε μια διμερή διεθνή συμφωνία, την Ενδιάμεση Συμφωνία, το… ‘‘αντίπαλο δέος’’ δηλώνει ότι τίποτε εντός του Συντάγματος του δεν θα ερμηνεύεται κατά τρόπο που να υποκρύπτει ή και απροκάλυπτα να φανερώνει αλυτρωτισμό; Δεν είναι, άραγε, διαρρήδην λυθέν το ‘‘μέγα ζήτημα’’;
Απάντηση θα μπορούσε να αντληθεί, σύμφωνα και με τη Λογική που αναπτύχθηκε παραπάνω, από το ίδιο το επίμαχο κείμενο, το Σύνταγμα των Σκοπίων. Το άρθρο 118 προβλέπει ότι οι διεθνείς συμφωνίες (και μια τέτοια ασφαλώς είναι η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995) που συνάπτει η χώρα και που επικυρώνονται σύμφωνα με το Σύνταγμα από το Κοινοβούλιο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξης της χώρας (των Σκοπίων δηλ.) και δεν μπορούν να τροποποιηθούν με Νόμο.
Με μια πρώτη προσέγγιση, λοιπόν, όσον αφορά τη νομική τους ισχύ και υπεροχή και την εν γένει κατάταξη τους στην ιεραρχία του εσωτερικού νομικού στερεώματος των Σκοπίων, οι διεθνείς συμφωνίες έχουν ρητά υπερνομοθετική ισχύ (αφού δεν μπορούν να μεταβληθούν ή καταργηθούν με Νόμο). Αλλά, πέραν τούτου, αφήνεται απροσδιόριστη η σχέση των διεθνών συμφωνιών με τους συνταγματικούς κανόνες. Το ερώτημα αν μια διεθνής συνθήκη είναι ένα κείμενο κατώτερης, υπέρτερης ή της αυτής τυπικής ισχύος με το Σύνταγμα των Σκοπίων καταλείπεται, είτε κατά δομική επιλογή, είτε σκοπίμως και τεχνηέντως, αναπάντητο. Και αυτό είναι ένα απολύτως κρίσιμο στοιχείο, αν ληφθούν υπόψη τα οριζόμενα για την διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης στη γειτονική Δημοκρατία.
Κατά το άρθρο 129 το Σύνταγμα μπορεί να τροποποιηθεί ή και να συμπληρωθεί μέσω τροποποιήσεων (αναθεωρήσεων). Η πρόταση για την αναθεώρηση οποιασδήποτε συνταγματικής διάταξης, καθώς αφενός υπάρχει η συνταγματική ρήτρα του αρ. 8 και αφετέρου δεν υπάρχει πουθενά σκληρός πυρήνας θεμελιωδών, άρα και μη αναθεωρήσιμων διατάξεων, μπορεί να προέρχεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή από την Κυβέρνηση, ή από 30 τουλάχιστον Βουλευτές ή από 150.000 ψηφοφόρους (αρ. 130).
Κατά το άρθρο 131 η απόφαση για την έναρξη μιας συνταγματικής μεταβολής (αναθεώρησης) λαμβάνεται από το Κοινοβούλιο με την πλειοψηφία των 2/3 επί του συνόλου του αριθμού των Βουλευτών. Το Σχέδιο της Αναθεώρησης του Συντάγματος εγκρίνεται στη Βουλή με απλή πλειοψηφία και εν συνεχεία υποβάλλεται σε δημόσια διαβούλευση. Εν τέλει, η καθοριστική απόφαση που οριστικοποιεί το όλο εγχείρημα, ήτοι η απόφαση αναθεώρησης του Συντάγματος, λαμβάνεται πάλι με την ίδια άνω ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία (ήτοι αυτή των 2/3 των βουλευτών). Η αναθεώρηση του Συντάγματος διακηρύσσεται επισήμως από τη Βουλή μετά τη λήψη της άνω απόφασης.
Το Σύνταγμα των Σκοπίων, λοιπόν, είναι ένα εξαιρετικά ευέλικτο ανώτατης ισχύος νομικό και πολιτικό εργαλείο - καμβάς εθνικής βάσης, εθνικής πορείας και προσδοκίας, και εθνικού ιδεολογήματος – αφηγήματος ταυτόχρονα. Η ευελιξία του συνίσταται στο γεγονός ότι δεν εμπεριέχει σκληρό πυρήνα θεμελιωδών διατάξεων, όπως συμβαίνει με πολλά Συντάγματα που φέρουν μακραίωνη κοινοβουλευτική παράδοση και πρακτική. Το Σύνταγμα των Σκοπίων καθ’ οιαδήποτε διάταξη του μπορεί να τροποποιηθεί με μια διαδικασία ευέλικτη και σχετικά ταχεία. Δεν υιοθετεί αυστηρό διαδικαστικό τύπο, όπως το άρθρο 110 του δικού μας Συντάγματος, που οριοθετεί τα της αναθεώρησης, ούτε πρόσθετα κωλύματα όπως για παράδειγμα αυτά του γερμανικού Συντάγματος (Verfassungs widrigkeiten in Verfassungs Recht).
Διαπνέεται από ένα πνεύμα ανοιχτοσύνης και μοντερνισμού (διαχωρισμός κράτους - εκκλησίας, δυνατότητα παροχής ιδιωτικής εκπαίδευσης μετά το Δημοτικό, δηλ. την πρώτη βαθμίδα της εκπαίδευσης, πρόβλεψη και λεπτομερής περιγραφή του Συνταγματικού Δικαστηρίου και της δικαιοδοσίας του), αλλά κυρίως είναι ευέλικτο, υπό την έννοια ότι διακρίνεται για την ευμεταβλητότητα του.
Η μη πρόβλεψη σχετικά με το κύρος και τη νομική τοποθέτηση των διεθνών συνθηκών στη σύνολη έννομη τάξη των Σκοπίων  δεν μπορεί να θεμελιώσει κανένα επιχείρημα και κανένα συνεπώς, πολύ περισσότερο, συμπέρασμα περί του υπερσυνταγματικού διαμετρήματος τους. Επομένως, δεν προκύπτει από πουθενά, κυρίως μέσα από το ίδιο το Σύνταγμα τους, ότι και η Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995, έχει υπερσυνταγματική ισχύ και ότι αναμφισβήτητα υπερτερεί του εσωτερικού ανώτατου νόμου (Συντάγματος).
Κατ’ επακόλουθο, και οι διατάξεις που συνιστούν το πρώτα φάσμα του αντιφατικού διπολισμού, το φάσμα όπου, υποτίθεται, ότι κατοχυρώνεται, κυρίως χάριν της Ελλάδας, η έλλειψη επεκτατισμού και ενταφιάζεται ο αλυτρωτικός εθνικισμός, είναι δυνατόν ανά πάσα στιγμή να τροποποιηθούν με μια διαδικασία σχετικά απλή και εύκολη, φυσικά ευκαιρίας δοθείσης και δημιουργηθεισών των κατάλληλων και ευνοϊκών διεθνών συγκυριών, διμερών συσχετισμών και πολιτικών εξελίξεων.
Στην πράξη δεν φαίνεται νομικά, ουσιαστικά και διπλωματικά τίποτε ικανό αν η γείτονα χώρα εισέλθει ως μέλος σε διεθνείς οργανισμούς που επιδιώκει διακαώς (πχ στην Ευρωπαϊκή Ένωση) να την ‘‘σταματήσει’’ από το να κινήσει…  ‘‘περίεργες’’ διαδικασίες και μάλιστα διαδικασίες που το ίδιο το Σύνταγμα της προβλέπει.
Τυγχάνουν όλα τα παραπάνω, άραγε, της πρέπουσας προσοχής των επισήμων εκπροσώπων του ελληνικού κράτους και των στελεχών της εξωτερικής Διπλωματίας μας; Έχουμε άποψη και σχέδιο να αντιμετωπίσουμε πιθανές ‘‘δυσάρεστες’’ εξελίξεις; Η’ η Ελλάδα είναι απολύτως απορροφημένη στον δικό της στριφνό και μίζερο εσωτερικό της ‘‘μικρόκοσμο’’; Θα διανοηθεί ποτέ η δική μας η χώρα να απαιτήσει την εγκόλπωση στο Σύνταγμα των Σκοπίων σκληρού πυρήνα μη αναθεωρητέων διατάξεων, μέσα στον οποίο (πυρήνα) με τρόπο διαυγή και αταλάντευτο θα εξοστρακίζεται ουσιαστικά και μόνιμα ο όποιος ψευδο-μεγαλοιδεατισμός της όμορης χώρας εις βάρος ημών και του τόπου που ζουν τα παιδιά μας και άφησαν τα κόκκαλα τους οι πρόγονοι μας;  
Τις πολιτικές εξελίξεις, που βεβαίως έχουν να κάνουν και με την Γεωοικονομία και την Γεωστρατηγική, αλλά κυρίως με την ίδια την Ιστορία της Χώρας μας, τις αναμένουμε με εξαιρετικό ενδιαφέρον και γνήσια προσμονή όλοι εμείς, εδώ στη Μακεδονία…
Κατερίνη, 8/9/2017
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΚΟΥΓΚΟΥΡΕΛΑΣ
ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ
LLM IN INTERNATIONAL COMMERCIAL LAW
LLM IN EUROPEAN LAW