Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Βούρλα, ένα τεράστιο δημόσιο μπορντέλο στη Δραπετσώνα που έφτιαξε ο δήμος του Πειραιά και φρουρούσε η αστυνομία

Τέτη Σώλου Γίνετε fan
Συγγραφέας
(Τρίτο μέρος)

Οι πελάτες και το ψώνισμα, τι ήταν το μπανιστήρι, πώς αντιμετώπιζαν οι πόρνες τις θεούσες, σε τι χρησίμευε η σφυρίχτρα, ουσίες, οινοπνεύματα, η τραγική ιστορία του Ανέστη Δελιά με την Κούλα τη Σκουλαρικού και προσωπικές ιστορίες γυναικών των Βούρλων

Η πελάτες και το ψώνισμα


Τα Βούρλα ήταν ανοιχτά για τους πελάτες από το πρωί που άνοιγε η πορτάρα, μέχρι τη νύχτα που ξανάκλεινε. Σύμφωνα με την αστυνομική διάταξη τη χειμερινή περίοδο (από Σεπτέμβρη μέχρι Απρίλη) τα Βούρλα έκλειναν στις 11 το βράδυ και τη θερινή στις 12. Ένα κουδούνι ειδοποιούσε δέκα λεπτά πριν και ξαναχτυπούσε δέκα λεπτά μετά. Οι πελάτες έπρεπε να τα μαζέψουν και να φύγουν. Οι κοπέλες τηρούσαν το ωράριο, γιατί η παράβαση σήμαινε τιμωρία.
Μερικοί αγαπητικοί διανυκτέρευαν στο δωμάτιο της αγαπητικιάς τους. Σοβαρή παράβαση, αλλά καμία από τις άλλες γυναίκες δεν κάρφωνε.
Η είσοδος στους ανήλικους κάτω των 18 απαγορευόταν. Επίσης και σε όσους εμφανώς έπασχαν από αφροδίσιο. Οι υπόλοιποι υποβάλλονταν σε ιατρική εξέταση. Τουλάχιστον έτσι όριζε ο κανονισμός.
Οι πελάτες πήγαιναν κατευθείαν στην κάμαρα της πόρνης της προτίμησής τους και χτυπούσαν την πόρτα. Αν είχε άλλον πελάτη μέσα, η κοπέλα φώναζε: «Άλλος είναι μέσα!».
Μία κουφή πόρνη είχε κρεμάσει έξω από την πόρτα της ένα ρόπαλο, για να χτυπάνε οι πελάτες δυνατά και να τους ακούει.
Τις μέρες των εμμήνων και σε περίπτωση αρρώστιας η πόρνη δεν δεχόταν πελάτες. Η Νάκου θυμάται μία πόρτα μ' ένα σημείωμα κάτω από το όνομα Λίτσα. «Δεν δέχεται σήμερα λόγω τα έμμηνα».
Στα Βούρλα υπήρχε ένας χώρος στον οποίον γλεντούσαν οι άντρες με τις πόρνες κι εκεί ο πελάτης ψώνιζε.
«Στο βάθος ήταν μια σάλα χαμηλοτάβανη, που έμοιαζε με κακόφημο μπαρ λιμανιού», γράφει ο Κανελλής και συνεχίζει:
Στο ένα μέρος σε καρέκλες κάθονται οι θαμώνες. Λογής λογής τύποι με κασκέτα, με σκούφους, με μπερέ, ακάθαρτες στάλες κοινωνικών βορβόρων, αλήτες, ναύτες πολλών θαλασσών, μαύροι θερμασταί, ξένοι απάχηδες, συχνασταί ταπιφράγκων [δηλαδή καταγωγίων εσχάτης υποστάθμης], κακοποιοί, δραπέται ειρκτών και υποψήφιοι ισοβίτες. Λάσπη.
Πανδαιμόνιο κραυγών. Καπνίζουν και ουρλιάζουν σε όλας τας γλώσσας των εθνών:
-- Την ψώνισα, ρε κορόιδο!
-- Αδερφάκι καρούμπα, άρπαξα τη μαστούρα.
-- Βιεν πουλπούλ!
-- Μπιρ αλλάχ!
Δεν ήταν όλοι υποψήφιοι πελάτες. Κάποιοι από αυτούς -εργάτες, φορτοεκφορτωτές, χαμάληδες- πήγαιναν να πιουν, να δουν τα κορίτσια, να ξεφορτώσουν την κούραση της μέρας βαριεστημένοι απ' την ίδια τους τη ζωή κι ύστερα έφευγαν έχοντας κάνει κατανάλωση μονάχα στον καφετζή.
Στο άλλο μέρος ήταν το μπανιστήρι, μια ξύλινη εξέδρα, ένα μέτρο ψηλή. Όταν μαζευόταν η πελατεία στο μαγαζί, ο μαγαζάτορας έβαζε μουσική. Οι γυναίκες ανέβαιναν στην εξέδρα με τα μαλλιά στολισμένα με φιογκάκια, έντονα βαμμένες και ντυμένες προκλητικά. Κάθονταν σε πικάντικες στάσεις για να ψωνίσουν οι πελάτες.
Μιλάνε σιγά αναμεταξύ τους ή ακόμα η μια σιάζει τον φιόγκο της άλλης, σκουπίζει την πούδρα της πλαϊνής της ή σιάζει η ίδια τα μαλλιά της, πάντα με αδιαφορία. Όμως και το παραμικρότερο νεύμα που θα κάνει ο πελάτης, αμέσως θα το δει. Δεν θα κατέβει όμως αμέσως. Θα σιάξει πάλι τον φιόγκο της πλαϊνής και αργά θα σηκωθεί, αργά θα κατεβεί τα σκαλιά της εξέδρας για ν' ακολουθήσει τον άντρα.
Σ' αυτές τις γυναίκες η Λιλίκα Νάκου δεν αναγνώρισε τις γυναίκες που τόσο καλόκαρδα την είχαν δεχτεί το πρωί και της είχαν κάνει το τραπέζι.
Έχουν βάλει πολύ φτιασίδι στο πρόσωπο και από μακριά λες πως τις κάνει όλες ίδιες και πως φοράνε μάσκες. Στο φως του ηλεκτρικού οι γυναίκες φαίνονταν άρρωστες, αξιοθρήνητες.
Αργά το βράδυ, όταν το ποτό και οι ουσίες ανέβαιναν στο κεφάλι, άρχιζαν οι φωνές, ο χορός, τα σπασίματα... το τσακίρ κέφι. Μέχρι να σημάνει το κουδούνι που προειδοποιούσε ότι πλησίαζε η ώρα να κλείσουν, τα Βούρλα είχαν πυρετώδη δραστηριότητα.
Οι πόρνες καταδέχονταν όλους τους πελάτες· είχαν όμως και τις προτιμήσεις τους.
«Οι θαλασσινοί είναι καλοί άνθρωποι. Έρχονται, φεύγουν, δεν σ' ενοχλάνε ποτέ». 
«Είχα έναν πελάτη γρουσούζη προχτές, που με ήθελε ξέντυτη και κρύωσα ». 
«Είναι μερικοί πελάτες που δεν σε λυπούνται. Εγώ άμα βλέπω καλοντυμένο, φοβάμαι... Οι εργάτες όχι. Κάθονται μια στιγμή και φεύγουν ».


Εκείνοι που «κάθονται μια στιγμή και φεύγουν» είναι οι ιδεώδεις πελάτες. Έτσι η πόρνη μπορεί να πάρει αρκετούς και να κερδίσει μεγάλο μεροκάματο.
«Μετά την επανάσταση του Μάρτη [το κίνημα του '35] έκοψε η πελατεία. Πριν από τον Μάρτη, είχαμε σαράντα, πενήντα πελάτες την ημέρα η καθεμιά... από είκοσι πέντε δραχμές, κάνουνε κάμποσα λεφτά».
Σαράντα ως πενήντα πελάτες την ημέρα επί είκοσι πέντε δραχμές ο πελάτης, κάνουν ένα χιλιάρικο με 1250 δραχμές μεροκάματο. Ποσό τεράστιο, αν το συγκρίνουμε με τα μεροκάματα των εργατών, που δούλευαν εξίσου σκληρά και σε εξίσου απάνθρωπες συνθήκες. Θα είχε ενδιαφέρον να μάθουμε αν, με ποιον τρόπο και κατά πόσο η επιχείρηση είχε μερίδιο. Σίγουρα όμως επωφελούνταν οι αγαπητικοί αποσπώντας γενναίο τραμπούκο.


Διαβάστε τη συνέχεια εδώ