Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

12/05/2013 - ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ Το Ευαγγέλιο Κατά Ιωάννην (κ΄ 19-31)


Απόδοση στη νεοελληνική:
Κατά την εσπέραν της ημέρας εκείνης, της πρώτης της εβδομάδος, και ενώ οι πόρτες ήσαν κλειστές, εκεί όπου ήσαν συγκεντρωμένοι οι μαθηταί, διότι εφοβούντο τους Ιουδαίους, ήλθε ο Ιησούς και
στάθηκε εις το μέσον και τους λέγει, «Ειρήνη να είναι μαζί σας». Όταν είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και την πλευράν του. Οι μαθηταί εχάρησαν διότι είδαν τον Κύριον. Ο Ιησούς τους είπε και πάλιν, «Ειρήνη να είναι μαζί σας. Καθώς έστειλε εμέ ο Πατέρας και εγώ στέλνω εσάς». Όταν είπε αυτό, εφύσησε εις το πρόσωπον και τους λέγει, «Λάβετε Πνεύμα Άγιον εάν συγχωρέσετε τις αμαρτίες κανενός του είναι συγχωρημένες αν κανενός δεν τις συγχωρήσετε, θα μείνουν ασυγχώρητες».
Ο Θωμάς, ένας από τους δώδεκα, ο ονομαζόμενος Δίδυμος, δεν ήτο μαζί τους όταν ήλθε ο Ιησούς. Του είπαν λοιπόν οι άλλοι μαθηταί, «Είδαμε τον Κύριον». Αυτός δε τους είπε, «Εάν δεν ιδώ εις τα χέρια του το σημάδι από τα καρφιά και δεν βάλω το δάκτυλό μου εις το σημάδι από τα καρφιά και δεν βάλω το χέρι μου εις την πλευράν του, δεν θα πιστέψω».
Ύστερα από οκτώ ημέρες ήσαν πάλιν μέσα εις το σπίτι οι μαθηταί του και ο Θωμάς μαζί τους. Έρχεται ο Ιησούς, ενώ οι πόρτες ήσαν κλειστές, εστάθηκε εις το μέσον και είπε, «Ειρήνη να είναι μαζί σας». Επειτα λέγει εις τον Θωμάν, «Φέρε το δάκτυλό σου εδώ και κύτταξε τα χέρια μου και φέρε το χέρι σου και βάλε το εις την πλευράν μου και μη γίνεσαι άπιστος αλλά πιστός». Ο Θωμάς του απεκρίθη, «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». Ο Ιησούς του λέγει, «Επειδή με είδες, επίστεψες. Μακάριοι είναι εκείνοι που δεν με είδαν και όμως επίστεψαν».
Και άλλα πολλά θαυματα έκανε ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών του, τα οποία δεν είναι γραμμένα εις το βιβλίον τούτο. Αλλ’ αυτά έχουν γραφή για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός ο Υιός του Θεού και πιστεύοντες να έχετε ζωήν εις το όνομα αυτού.


Πρωτότυπο:

Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. Ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται.
Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ' αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. Ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω.
Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. Εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. Καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. Λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.
Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.